Ας ξεκινήσουμε από την πράξη

**Διαβάστε τη σύντομη (και ορθώς) αλλά ουσιαστική συνέντευξη του Βασίλη Καραποστόλη στο Δρόμο της Αριστεράς για το σχόλιο μου στο τέλος.**

Η κοινωνία αισθάνεται ότι απειλείται από το πολιτικό σύστημα.

συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή

karapostolis

O ΣΥΡΙΖΑ και η πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση δεν απέτυχαν στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές, ή έστω δεν απέτυχαν μόνο εκεί. Αν και τα πράγματα είναι ακόμη νωπά για εκτιμήσεις κι απολογισμούς, φαίνεται πως η αποτυχία είχε ήδη συντελεστεί σ’ ένα άλλο, εξίσου σημαντικό πεδίο. Αναφερόμαστε στην ανικανότητα και αυτής της κυβέρνησης να συμβαδίσει με τη λαϊκή προσδοκία, να κάμψει το θυμό της, να ανατάξει το φρόνημα, να κάνει έστω «…ένα ή δύο πράγματα» από αυτά που περιείχαν οι προεκλογικές της εξαγγελίες. Όπως και οι προκάτοχοί της, απέφυγε να επωμισθεί την ευθύνη να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, σημειώνει ο Βασίλης Καραποστόλης, καθηγητής Πολιτισμού & Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με δυο λόγια, συνεχίζει, δεν υπήρχε στρατηγική, επειδή συνεχώς οι φορείς της ριζικής κοινωνικής αλλαγής θεωρούσαν ότι βρίσκονταν υπό την πίεση των τρεχουσών εξελίξεων. Είναι ένα άγχος που προήλθε από την έκβαση του εμφυλίου. Αλλά αυτό το άγχος λιγότερο προστάτεψε την Αριστερά και περισσότερο τής στένεψε τον ορίζοντα…

Ένας ακόμη κύκλος φαίνεται ότι κλείνει με πάταγο. Η κυβέρνηση σύρεται σε εκλογές μεγεθύνοντας -άθελά της ίσως- την ήδη τεράστια διάσταση που υπάρχει ανάμεσα στην κοινωνία και το εγχώριο πολιτικό σύστημα. Ξεκινώντας τη συζήτηση θα ήθελα τη ματιά σας στις τελευταίες εξελίξεις.

Η διάσταση ανάμεσα στην κοινωνία και το εγχώριο πολιτικό σύστημα αφορά κυρίως το αίσθημα της ασφάλειας. Το πολιτικό σύστημα απέδειξε πως δεν είναι κατ’ ουσίαν σύστημα εφόσον αδυνατεί να παράσχει στους πολίτες και ιδίως στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα ορισμένες στοιχειώδεις εγγυήσεις ότι η θέση τους δεν είναι εντελώς ανοχύρωτη απέναντι στις οικονομικές συγκυρίες. Οι πολίτες αγωνιούν βλέποντας πως οι εκπρόσωποί τους έφθασαν να αποτελούν οι ίδιοι απειλή, εξαιτίας της ανικανότητάς τους. Η ανικανότητα προστέθηκε στη διαφθορά. Και ενώ ως προς την διαφθορά η εμπειρία έδειχνε πως είναι μάλλον μια ανίατη πάθηση, ως προς τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες των εκάστοτε κυβερνώντων και των αξιωματούχων του κράτους, υπήρχε ανέκαθεν μια κάποια προσδοκία πως θα βελτιωνόταν. Μερικές αποτελεσματικές ενέργειες ενός υπουργού ή ενός διοικητή δημόσιου οργανισμού θα μπορούσαν να μετριάσουν ή ακόμη και να αντισταθμίσουν την ελλειμματική πολιτική ηθική του. Αυτή ήταν μια λαϊκή προσδοκία που ξεγελούσε κάπως τον θυμό. Αλλά και αυτή ακόμα διαψεύσθηκε τα τελευταία χρόνια.

Υπάρχει ένα παράδοξο κ. Καραποστόλη: Από τη μια μεριά βλέπουμε μια βίαιη ωρίμανση στη συνείδηση των πολιτών και απ’ την άλλη ένα ανυπόληπτο και απαξιωμένο σύστημα που δεν θέλει ή δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τις αυταπάτες του. Πρόκειται για επιλογή ή για άγνοια των εκπροσώπων του;

Αν κοιτάξουμε προσεκτικά τα γεγονότα θα δούμε ότι οι κυβερνήσεις πολύ πριν από την κρίση λίγο ως πολύ σήκωναν τα χέρια τους μπροστά στα προβλήματα. Υπήρχε κάτι σαν παράλυση συνδυασμένη με εθελοτυφλία. Αρκεί να θυμηθούμε τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης Καραμανλή ότι η επερχόμενη κρίση δεν υπήρχε περίπτωση να πλήξει τη χώρα. Σε ανάλογους εξορκισμούς προέβαινε και ο υπουργός Οικονομικών λίγο πριν ξεσπάσει η χρηματιστηριακή κρίση το 2000. Η τύφλωση αυτή είναι πραγματικά σκανδαλιστική. Συνεχίσθηκε δε έως πρόσφατα. Με ρωτάτε αν πρόκειται για άγνοια ή για επιλογή των πολιτικών. Είναι μάλλον «εκούσια άγνοια»: αποφεύγουν να δουν την πραγματικότητα για να μην επωμισθούν την ευθύνη να την αντιμετωπίσουν.

Πού οφείλεται αυτό;

Οφείλεται στο ότι γενικά στη χώρα μας σε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και σε διαφορετικούς βαθμούς, η στρατηγική σκέψη είναι υποτυπώδης. Η αστική τάξη δεν επιδόθηκε στο πεδίο της εξουσίας παρά μόνο σε μανούβρες. Έκανε περίπου το ίδιο με αυτά που έκανε και στην οικονομία. Όμως και στην Αριστερά η σκέψη των ιθυνόντων όλο και περισσότερο περιοριζόταν στη λεγόμενη «ανάλυση του συσχετισμού δυνάμεων». Την ενδιέφερε πιο πολύ ο συσχετισμός των δυνάμεων παρά η κατεύθυνση που παίρνουν οι δυνάμεις, ο προσανατολισμός τους, η ιστορική προοπτική τους. Με δυο λόγια, δεν υπήρχε στρατηγική, επειδή συνεχώς οι φορείς της ριζικής κοινωνικής αλλαγής βρίσκονταν –για την ακρίβεια θεωρούσαν ότι βρίσκονταν– υπό την πίεση των τρεχουσών εξελίξεων. Είναι ένα άγχος που προήλθε από την έκβαση του εμφυλίου. Αλλά αυτό το άγχος επιβίωσης λιγότερο προστάτεψε την Αριστερά και περισσότερο τής στένεψε τον ορίζοντα. Οι συνέπειες φθάνουν μέχρι σήμερα, μέχρι την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Η κοινωνία εμπιστεύθηκε τον ΣΥΡΙΖΑ ως ύστατο ανάχωμα ελπίδας απέναντι στη μνημονιακή συντριβή. Το αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης κατέληξε σε μια ακόμη ταπεινωτική συμφωνία. Θεωρείτε ότι τα επιχειρήματα της κυβέρνησης για το πώς φθάσαμε σε αυτήν είναι επαρκή και πειστικά;

Μπορεί κανείς να δεχθεί την άποψη ότι το βάρος που παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ από τους προκατόχους του ήταν πολύ μεγάλο. Αυτό δικαιολογεί τη δυσκολία του να κάνει τα πρώτα του βήματα. Από εκεί και πέρα όμως εμφανίσθηκε το πρόβλημα της δικής του αδυναμίας να εκτιμήσει την κατάσταση με στοιχειώδη ρεαλισμό. Φάνηκε εδώ πόσο έλειψε η σκέψη εκείνη που τοποθετεί μια χώρα, ένα έθνος σε μια προοπτική, που καθορίζει τις επιδιώξεις της λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς και τα συμφέροντα άλλων κρατών. «Πολιτική -έλεγε ο Μοντεσκιέ- είναι να θέλεις αυτό που μπορείς». Στη διάρκεια της περιβόητης διαπραγμάτευσης με τους δανειστές τι ήθελε η ελληνική πλευρά; Ήθελε να πάρει αυτό που δεν ήθελε να ξέρει αν το μπορεί. Δεν είναι όμως πολιτική ανάλογη των περιστάσεων μια τέτοια στάση.

Ας έρθουμε στο μέλλον της χώρας που δεν είναι άλλο από τα παιδιά. Στο πρόσφατο δημοψήφισμα η… ακίνητη νεολαία αντέδρασε στηρίζοντας αποφασιστικά το «όχι». Για σας, που ως πανεπιστημιακός έχετε επαφή και εμπειρία με τις συμπεριφορές των νέων, το «όχι» αυτό ήταν χειρονομία αντίστασης;

Για να ήταν, πραγματικά, χειρονομία αντίστασης θα έπρεπε να συνοδευόταν από μια ετοιμότητα να γίνουν αποδεκτές οι πιθανές δυσάρεστες επιπτώσεις. Νομίζω πως το αρνητικό αυτό ενδεχόμενο κατά κάποιον τρόπο το απώθησαν αρκετοί από τους υποστηρικτές του «Όχι». Τους ενδιέφερε περισσότερο να προβάλουν στα ίδια τους τα μάτια την εικόνα ενός ατόμου που δεν υποτάσσεται σε ξένες θελήσεις, παρά να βρουν, μέσα από την πράξη τους, το ποιος είναι πραγματικά ο εαυτός τους, στο όνομα τίνος θα υποφέρουν και θα αγωνιστούν. Με έναν τρόπο το «Όχι» δηλώνει την άρνηση να μας καθορίζει ολοκληρωτικά ως ανθρώπους το χρέος και η φτώχεια. Δεν αρκεί όμως αυτό για να βρούμε τι αξίζουμε. Πρέπει και να εργαστούμε εις πείσμα των δυσκολιών, να πούμε ένα αρχικό «ναι» σε ό,τι ανάποδο μας τυχαίνει προκειμένου να πάμε πέρα από αυτό.

Είναι πολλοί εκείνοι που εύκολα μιλούν για την απάθεια των νέων και το έλλειμμα συμμετοχής τους στα κοινά. Τι ελκυστικό προσφέρουν τα κοινά ώστε να ενεργοποιήσουν το ενδιαφέρον και την έμπνευσή τους;

Είναι αξιοσημείωτο –και παρήγορο– ότι αρκετοί νέοι σήμερα, αντιμέτωποι με την κρίση αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι η ατομικότητά τους και η φιλαρέσκεια που συχνά τη χρωματίζει δεν οδηγούν παρά σε έναν αδιάκοπο μετεωρισμό. Κινούνται μέσα σε ένα είδος κενού που δημιουργείται από την απουσία δεσμών με τους άλλους. Και μόνο η λέξη δεσμός μέχρι τώρα σχεδόν τους απωθούσε. Την ταύτιζαν με την υποχρεωτική στασιμότητα, με το να στριμώχνεται κανείς μέσα σε ένα στενό κύκλο προσώπων. Η καταναλωτική κοινωνία, εξάλλου, τους καλούσε να είναι γενικώς ευκίνητοι: να μην προσκολλώνται πουθενά, να αλλάζουν τις γνωριμίες και τους φίλους τους, όπως αλλάζουν και τις προτιμήσεις τους για διάφορες μάρκες προϊόντων. Αλλά να που οι ίδιοι μηχανισμοί που τους έριχναν τα δολώματα της αγοράς, σήμερα τους σπρώχνουν αδυσώπητα στην κατηγορία ενός πληθυσμού περισσευούμενου. Είναι τρομακτικά αφύσικο να λέει μια κοινωνία στους νέους της ότι δεν τους χρειάζεται. Αυτό το σοκ δεν ξεπερνιέται εύκολα και ούτε κατά μόνας. Γι’ αυτό οι δεσμοί, η συλλογικότητα αποκτούν μια καινούργια σημασία για τη νέα γενιά. Είναι ο τόπος μιας κοινής άμυνας. Τη δεκαετία του ’60 η νεολαία διαισθάνθηκε αυτό που την περίμενε και αντέδρασε επιθετικά. Σήμερα, είναι υποχρεωμένη να αμυνθεί. Το ζήτημα βέβαια είναι να αποφευχθεί η συσπείρωση που χαρακτηρίζει συχνά εκείνους που νιώθουν ότι διώκονται και φοβούνται ότι οι διώκτες δεν θα πάψουν ποτέ να τους κυνηγούν. Το σύνδρομο του αδίκως και πρωίμως κατατρεγμένου δεν θα έφερνε καμιά καλυτέρευση στο μέλλον. Άμα νιώθει κανείς θύμα είναι πιο πιθανό να αγανακτεί και να ξεθυμαίνει διαμαρτυρόμενος παρά να σφίγγει τα δόντια και να ετοιμάζει την αντεπίθεσή του.

Η εργασία όλων είναι ο κλήρος μας

Χρειάζεται να χαθούν πολλά για να σωθούν τα ελάχιστα… Είναι μια φράση δική σας, που μου άρεσε. Τι πρέπει να χάσουμε για να σώσουμε τι, κύριε Καραποστόλη;

Οι προηγούμενες γενιές παρέδωσαν στους νεότερους μια πείρα που έλεγε: φυλαχθείτε από τα γυρίσματα των καιρών. Δεν έφθασε όμως ποτέ η προειδοποίηση αυτή να γίνει συγκεκριμένες οδηγίες προς τα άτομα, όπως συνέβη στην εβραϊκή παράδοση όπου το χειρότερο σενάριο θεωρείται σκόπιμο να εξετάζεται πρώτο και μετά να ακολουθούν όλα τα υπόλοιπα. Για τους Έλληνες ο κόσμος και η μοίρα δεν μοιάζουν τόσο αυστηροί. Συντηρήθηκε, έτσι, η ελπίδα ότι για τα δεινά που υφίστανται οι πιο αδύναμοι θα έρθει κάποτε μια αποζημίωση καταλυτική (δώρο της Τύχης ή παλαιότερα κάποιου αρωγού Αγίου). Τώρα πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτήν την ελπίδα, πράγμα οδυνηρό. Αλλά είναι κάτι που επιβάλλεται να γίνει. Πρέπει να σωθεί η πίστη ότι η εργασία όλων είναι ο κλήρος μας και ότι ακόμη και αν μας κλέβουν, δεν είναι άδικος κόπος να προσπαθούμε να δικάσουμε τους κλέφτες, ενώ παράλληλα θα συνεχίζουμε τη δουλειά μας, που είναι το κύριο.

_____________________________________________________________

Παρουσιάζεται ο αντί-πολιτισμός, το καινούριο ήθος, η αλλαγμένη στάση vα έιναι η δουλειά, ο αγώνας και δικαιοσύνη.

Kαλά και αντι-θετικά στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης/ ύπαρξης/ ζωής/ στάσης είναι αυτά. Μόνο που δεν είναι καινούρια, είναι παλιά και πολύ ασκητικά (είτε προτεσταντικά είτε ορθόδοξα χριστιανικά, αφού δεν ξέρουμε που ανήκομεν ακόμα).

Στη στρατηγική που δεν έχουμε, θα πρέπει να υπάρχει χώρος και για μια κάποια ζωή και όχι επιβίωση, για τη χαρά, για την αυθεντικότητα, για τη δημιουργικότητα. Θα πρέπει να υπάρξει και κάτι θετικό ή θελκτικό.

Η Αριστερά/ η εποχή/ το διεθνές-ιστορικό-κοινωνικό-πολιτικο πλαίσιο, που έφτιαξε αγωνιστές που τα ‘διναν όλα για ένα ιδανικό και μία πίστη, δεν υπάρχουν σήμερα. Επίσης, ίσως και να πρέπει να ξεπεραστούν. Όχι για να μη χάσουμε τη βολή και την ανεσούλα μας, αλλά για υλικούς και ιστορικούς λόγους που δεν μπορώ να αναλύσω εδώ ή εγώ.

Από το “Όχι, δεν θα ζήσω χωρίς αυτά” που έχει κατακτηθεί (λίγο ως πολύ) ως κοινωνική θέση πρέπει να πάμε στο “Ναι, θα ζήσω χωρίς αυτά”. Το ποια είναι τα αυτά και γιατί να τα αποχωριστώ είναι το ερώτημα. Και δεν μπορεί να απαντιέται με γενικό ιδεολογικό-πολιτικό τρόπο. Χρειαζόμαστε μια πιο συγκεκριμένη, πιο πρακτική απάντηση.

Ας ξεκινήσουμε από την πράξη.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Βιοπολιτική του ελέγχου Ι (ή γιατί αρέσει στους άντρες να τελειώνουν στο στόμα ή το πρόσωπο της γυναίκας)

Διάβασα το άρθρο του Μιχάλη Μεντίνη στο μπλογκ του δικτύου κριτικής ψυχολογίας και χαμογέλασα πικρά. Ο βασικός λόγος είναι ότι έχω τον Αντι-Οιδίποδα, την Grosz και την Kristeva στο συρτάρι μου εδώ και ένα χρόνο γιατί κάποια στιγμή μου μπήκε στο μυαλό ότι εκεί βρίσκεται η απάντηση στο ποιος είναι ο πυρήνας αυτής της απόλυτης ηδονής που νιώθουν οι άντρες με την εκσπερμάτωση στο στόμα ή το πρόσωπο της γυναίκας.

Ο Μεντίνης πιάνει πολλά σημεία και της δικής μου σκέψης, όπως το «πατρικό γάλα», την «ιερή ουσία» της αναπαραγωγής κλπ, η σύνδεση με μια διατροφική διαδικασία. Διαβάζοντας ανάμεσα στις λέξεις του Μεντίνη, το μαγείρεμα συνθέτει τα υλικά μαζί για να φτιαχτεί κάτι απολύτως αναγκαίο αλλά και απολαυστικό. Κρατείστε τα αυτά για να επιστρέψουμε λίγο παρακάτω.

Σεξ και φαγητό ή γαστροσεξουαλικότητα.

Πρώτον, το σεξ και το φαγητό ήταν πάντα συνδεδεμένα. Από τον άντρα κυνηγό που κυνηγάει την αντιλόπη και τη γυναίκα (και μάλιστα όσες πιο πολλές οι αντιλόπες, τόσο πιο πολύ τον θέλουν οι γυναίκες -κατά μια προσέγγιση ακραίου κοινωνικού δαρβινισμού που ανάγεται και στη σύγχρονη κοινωνία από πολλούς), στο απαγορευμένο μήλο, στα σταφύλια που ταΐζονται οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες κατά τα όργια, στους Αναγεννησιακούς κήπους με τις πανέμορφες τροφαντές (ή καλοταϊσμένες) γυναίκες-αντικείμενα του πόθου.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η γυναίκα απεικονίζεται ως σεξουαλικό αντικείμενο και αυτή ως τροφός συνδέει μια για πάντα το σεξ με το φαγητό. Για αυτό και τις περιόδους γύρω από τα πρώτα κύματα του φεμινισμού οι αναπαραστάσεις είναι ιδεολογικές, πνευματικές, στεγνά πολιτικές. Το σεξ είναι προσωπική υπόθεση, εξαφανίζεται και μαζί και το φαγητό. Φυσικά, υπό το τεράστιο βάρος που πλέον χωρίζει τον κόσμο σε δύο στρατόπεδα (τους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους) και το οποίο είναι πλέον και επιστημονικό (ή απαγορευμένο μήλο), η νέα γυναίκα είναι εργαζόμενη, ενεργητική και ίση. Δεν μιλάμε για τη γυναίκα-τροφό πλέον. Μας επιτρέπεται η εξέλιξη σε σάπιενς.

Βιοπολιτική και έλεγχος

Άρα υποστηρίζω ότι ακριβώς όπως υποστηρίζει ο Φουκώ, στην αρχαιότητα η διατροφή ήταν το πεδίο των ηθικών περιορισμών. Ταυτόχρονα, ήταν το μέσο επί του οποίου εάν είχες έλεγχο μπορούσες να επιβιώσεις/ κυριαρχήσεις. Το σεξ και πολιτική γύρω από αυτό αντικατέστησε τη διαιτητική και τώρα αυτό που συμβαίνει είναι ότι περνάμε σε μια συνθήκη που εγώ θα την έλεγα πρωκτική. (Έχουμε καταντήσει πολύ μεγάλη αηδία πιθανώς και θα πρέπει να ξεπεράσουμε την κλασσική ψυχαναλυτική ορολογία γιατί ξενίζει, αλλά θα εξηγηθώ.)

Πρωκτικό είναι το στάδιο κατά το οποίο σύμφωνα με τον Φρόυντ αναπτύσσεται ο (αυτο) έλεγχος. Το παιδί μαθαίνει να κρατάει τα κακά του, μαθαίνει να κρατιέται, μαθαίνει ότι είναι καλό παιδί όταν δεν τα κάνει πάνω του και κακό στην αντίθετη περίπτωση. Κατ’ επέκταση, κάθε ζήτημα ελέγχου μπορεί να αναχθεί σε αυτό το στάδιο μ’ ένα τρόπο. Για τον Φουκώ, στην αρχαιότητα το σώμα ήταν το πεδίο μέσα από το οποίο αυτό-καθορίζονταν οι άνθρωποι ως πολίτες, το δυνατό σώμα, ο νους υγιής εν σώματι υγιή. Με την άνοδο του καπιταλισμού αυτό αλλάζει και γίνεται το σώμα ως η βάση βιολογικών διεργασιών. Λόγω καπιταλισμού και άλλων δεινών το πεδίο μεταφέρεται στο σεξ και το φύλο, το να είσαι επιθυμητός,  το γάμο και την οικιακή εστία. Τελικά το κυρίαρχο πεδίο είναι ο έλεγχος πάνω στη σεξουαλική συνθήκη.

Κατά τη γνώμη μου, αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες δύο-τρεις δεκαετίες δεν είναι η γαστροσεξουαλική συνθήκη, δεν είναι δηλαδή ο συνδυασμός των δύο προηγούμενων συνθηκών, αλλά η μετατόπιση του κυρίαρχου στη γενικευμένη και διαρκώς εντεινόμενη διεύρυνση του πεδίου ελέγχου και περιορισμών. Έχουμε μια καθολική συνθήκη αποπνικτικού ελέγχου στην οποία το ζήτημα είναι να πλατειάσει στο μέγιστο δυνατό το πεδίο του ελέγχου. Αυτό φυσικά συμβαίνει γιατί στη μεταμοντέρνα νεοφιλελεύθερη εποχή είναι πλέον τόσο συσσωρευμένη η ιδιοκτησία των πηγών αγαθών ή ευκαιριών που ο έλεγχος οποιασδήποτε από αυτές μπορεί να σε βοηθήσει να υπάρξεις, να μη χαθείς στον κατακερματισμένο υπερτεχνολογικοποιημένο κόσμο και να επιβιώσεις τελικά.

Το «είμαστε ότι τρώμε» του 1980 που εισάγει την επιστημονική γνώση και τη χημεία στην αυτοβοήθεια σε σχέση με την υγεία και το φαγητό, μέχρι την αντικαπνιστική υστερία που θέλει να ελέγξει και να παρέμβει σε κάθε σπιθαμή κοινωνικής ζωής πέρα και γύρω από την εργασία και τα δημόσια κτίρια. Τα ατομικά δικαιώματα στην υγεία και τον προσωπικό χώρο εξυψώνουν σε ανυπέρβλητο ιερό τον προσωπικό χώρο υγείας, λες και οι άλλοι είναι ο θάνατος. «Ο διπλανός καπνιστής δεν με σέβεται, βλάπτει την υγεία μου, θα πρέπει να φάει πρόστιμο και να κρυφτεί στην τρύπα του.» Θα μου πείτε δεν βλάπτει το τσιγάρο και το παθητικό κάπνισμα; Ναι, βλάπτουν σοβαρά την υγεία. Ας πάρουμε λίγη απόσταση από αυτό όμως και ας σκεφτούμε πως μας κάνει όλη αυτή η ιστορία να νιώθουμε για τον δίπλα μας. Κατ’ επέκταση ο ζητιάνος που βρωμίζει τον χώρο, ο αντιαισθητικά ντυμένος και το fashion police, ένας άντρα ντυμένος γυναίκα, ένας ξένος που ενδεχομένως να μου παίρνει και τη δουλειά κλπ. Πως μας κάνει να νιώθουμε για τον άλλο, αυτόν που δεν είναι εμείς, που δεν μας μοιάζει, αυτόν για τον οποίο νοιαζόμαστε, ενδεχομένως, δεν εγκρίνουμε.

Επιστροφή στην ερώτηση και στην κουζίνα.

Γιατί όμως τόση ηδονή στην εκσπερμάτιση μέσα στο στόμα; Πρώτον, υποστηρίζω ότι ένας λόγος δεν αρκεί, πρέπει να συνεργήσουν παραπάνω πλευρές και διαδικασίες για να έχουμε τόση διαπολιτισμική και καθολική συμφωνία εντός του βόρειο-δυτικού κόσμου.

Ας επιστρέψουμε στο μαγείρεμα. Στο σώμα μιας γυναίκας συντίθενται μαζί τα «υλικά» μέσα από μια αναγκαία και απολαυστική διαδικασία. Αυτή είναι μια διαδικασία ανασυνθετική ή δημιουργική αν θέλετε. Μια διαδικασία που πάει ανάποδα από τον ορθό ρου των πραγμάτων τα οποία αποσυντίθενται στα όσα τα συνέθεταν. Στο βιολογικό επίπεδο υπάρχουν και οι δυο διαδικασίες, μόνο που το “μαγείρεμα” γίνεται στο γυναικείο σώμα. Στο κοινωνικό επίπεδο, η γυναίκα είναι η τροφός αλλά και η μαγείρισσα. Μπορούμε να υποστηρίξουμε με βάση αυτά (την ήδη διατυπωμένη ψυχαναλυτική υπόθεση δηλαδή) ότι εκτός από το φθόνο του πέους υπάρχει και ο φθόνος της μήτρας, του στήθους κλπ. Εξηγείται εδώ το “πατρικό γάλα” ως αναπλήρωση αυτής της αίσθησης μειονεξίας.

Μία δεύτερη συνθήκη είναι το προφυλακτικό. Η απαγόρευση του ελεύθερου σεξ (για λόγους υγείας πάλι, λόγω Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενων Νοσημάτων) για το καλό μας δηλαδή, οδηγεί σε μια αντιδραστική διαδικασία. Οδηγεί σε μια οξυμένη αίσθηση της προσωπικής ηδονής μπροστά στην παράβαση του «πρέπει να φοράς προφυλακτικό» και στην ελεύθερη εκσπερμάτιση όχι απλά στον κόλπο μιας γυναίκας αλλά στο στόμα της, με ότι διατροφικό και μητρικό μπορεί να συνεπάγεται ότι νιώθει ένας άντρας για αυτό. Είναι μια γονιμοποίηση πιο ιερή δηλαδή.

Σε συνδυασμό με την καπιταλιστική συνθήκη της εξουσίας και του ελέγχου γίνεται προφανές γιατί η ηδονή συνδέεται με την υπόταξη ή την καθυπόταξη και τον εξευτελισμό. Είναι και η άλωση ενός σημείου πιο “ιδιωτικού”, πιο ζωτικού, πιο ιερού. Είναι αλήθεια ότι η «εμμονή με την ίδια κατακλείδα σκηνή: ο άνδρας εκσπερματώνει μέσα στο στόμα της γυναίκας» δεν είναι αθώα. Η ηδονή προέρχεται από την ταπείνωση, από την παλινδρόμηση της γυναίκας σε μωρό με τον άντρα-μητέρα να έχει τον απόλυτο έλεγχο. “Παίρνω τον έλεγχο και σε κάνω εντελώς εξαρτημένη από εμένα, όπως το μωρό από τη μητέρα.” «Μου θυμίζεις τη μάνα μου για αυτό σε μισώ» δηλαδή.

Στις γυναίκες αρέσει όμως αυτό; Η απάντηση μπορεί να ποικίλει. Ναι, γιατί αισθάνονται δυνατές όταν μπορούν να ικανοποιήσουν τον σύντροφό τους. Ναι, γιατί έχουν εσωτερικεύσει το ρόλο της υποταγής. Ναι, γιατί υπάρχει ηδονή στην παράδοση του ελέγχου σε κάποιον άλλο. Όχι και δεν το κάνουν. Όχι, αλλά το κάνουν γιατί θέλουν να ικανοποιήσουν το σύντροφό τους. Όχι αλλά το κάνουν γιατί φοβούνται τις συνέπειες του να μην ικανοποιήσουν το σύντροφό τους. Και άλλα πολλά.

Οριζοντίως.

Παρατηρήστε ότι ως εδώ σκέφτομαι και γράφω μέσα από ένα αντρικό βλέμμα ή έστω αντιθετικά σε αυτό. Αυτός είναι ο κάθετος άξονας σκέψης. Φθόνος του πέους- φθόνος της μήτρας, Ταπείνωση-έλεγχος, μητέρα-παιδί, αντρική ηδονή-γυναικεία ηδονή κλπ. Υπάρχει και ένας οριζόντιoς άξονας ο οποίος βρίσκεται εν πολλοίς ανεξερεύνητος γιατί δεν τον ευνοούν οι κοινωνικό-πολιτικές συνθήκες. Αυτός σίγουρα δεν μπορεί να ερευνηθεί μέσα από την πορνοβιομηχανία. Βρίσκεται εντός του ζευγαριού και στο πεδίο της συνάντησης των δύο. Κατά τη γνώμη μου προς τα εκεί πρέπει να προσπαθήσουμε να δουλέψουμε. (Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε τον αγαπημένο μου Alain Badiou στα περί έρωτος και ευτυχίας και την αγαπημένη μου Juliet Mitchell περί οριζόντιου άξονα.)

Για το τέλος.

Να πω εδώ ότι αντιπαθώ βαθιά την γραφή που δημιουργεί ενοχές, αυτή η γραφή ακόμα και αν αυτό-προσδιορίζεται ως προοδευτική ή φεμινιστική, είναι βαθιά αντιδραστική γιατί αναπαράγει τη διαδικασία της εξάπλωσης του ελέγχου. Εισάγει ενοχές με στόχο τον περιορισμό κάποιου πράγματος, είτε το ονομάζει πατριαρχία είτε κάτι άλλο. Δεν απελευθερώνει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επίθεση ή κριτική που ίσως δημιουργεί ενοχές πρέπει να περιορίζεται σε κάτι πιο «πολιτισμένο». Κατά τη γνώμη μου, οι τσόντες  είναι εξευτελιστικές αναπαραστάσεις σεξουαλικοποιημένων γυναικών-αντικειμένων. Αυτό δεν αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων του σεξ, ούτε το αν θα κουβαληθούν 10 πανεπιστημιακές φεμινίστριες να πάνε να τις σώσουν. Αυτά είναι λίγο διαφορετικά θέματα από αυτό που θίγω εγώ εδώ.

Αυτό που λέω αφορά την αναπαράσταση, το σύμβολο, τη συλλογική μας ζωή. Δεν αμφισβητώ ότι καθένας κάνει ό,τι θέλει με τον ή την σύντροφό του και κυρίως ότι μπορεί να αισθάνεται διαφορετικά από το κυρίαρχο. Αλλά λέγεται κυρίαρχο για κάποιο λόγο και δεν μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας εκτός κυρίαρχου επ’ αόριστον.

Υ.Γ. Θα γυρίσω στον Μεντίνη και το ζήτημα της ανορεξίας αλλά σε δεύτερο χρόνο.

 

Posted in penny for a thought | Tagged , , , , , , | 1 Comment

Nομιμοποίηση της κάνναβης, από ποιον και για ποιον;

legalise

Η έκταση που πήρε το θέμα του αντί-απαγορευτικού φεστιβάλ για την κάνναβη με έκανε να σκεφτώ ορισμένες πλευρές πιο αναλυτικά. Τα ναρκωτικά τα οποία με διάφορες τροπές της ιστορίας (της επιστήμης και των οικονομικό-κοινωνικο-πολιτικών συνθηκών) και της αφήγησης ως προς αυτά χωρίστηκαν σε ελαφρά και βαριά ώσπου να φτάσουμε να συζητάμε σήμερα για τη νομιμοποίηση κάποιων. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε και νέες εισόδους στο παιχνίδι της απόσπασης της προσοχής και της απόσυρσης από τα προβλήματα της ζωής, τηλεόραση, τηλεοπτικές σειρές, βιντεοπαιχνίδια κλπ. Επίσης ξεκινάει να αντιμετωπίζεται και ο τζόγος ως εξάρτηση παρόλο που υπήρχε ως πρόβλημα από πολύ παλιότερα.

Θα προσπαθήσω να περιγράψω πως πιστεύω ότι πρέπει να αντιμετωπίσει η Αριστερά το ζήτημα ιδίως ως κυβερνητική δύναμη. Το θέμα της κυβέρνησης και της ασκούμενης δημόσιας πολιτικής δίνει νέα σημασία στο ζήτημα και επανεισάγει εντονότερα το ζήτημα του ελέγχου πάνω στις επιλογές και τη ζωή των ανθρώπων, τα θέματα της βιοπολιτικής δηλαδή.

Πρώτα, ας εξηγήσουμε εδώ γιατί τα αναφέρουμε στην ίδια συνομοταξία της απόσπασης της προσοχής και της απόσυρσης από τα προβλήματα. Εμφανώς, το κάνουμε γιατί αυτόν το ρόλο έχουν ιστορικά στην καθημερινή ζωή αλλά και στα κινήματα στα οποία ήταν διαδεδομένα. Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να τα δαιμονοποιήσουμε. Θέλουμε να τα διαχωρίσουμε από άλλες μορφές διασκέδασης και ενασχολήσεων όπως ο αθλητισμός ή άλλες κοινωνικές δραστηριότητες που αφορούν είτε τη δημιουργικότητα, είτε μια άλλου είδους κοινωνικοποίηση, είτε την ανάπτυξη μιας ικανότητας.

Έχει αναπτυχθεί μια αρκετά εκτενής επιχειρηματολογία, εν πολλοίς και φερμένη από το εξωτερικό και αντίστοιχα κινήματα εκεί που υποστηρίζει  τη νομιμοποίηση της εμπορίας και καλλιέργειας της κάνναβης. Παρόλο που αναγνωρίζω ότι τραβάω τα επιχειρήματα και γενικεύω αφηγήσεις που ακούγονται από συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων παρουσιάζεται μια γενική εικόνα του χασίς ως θεραπευτικού βοτάνου, εντελώς ασφαλούς και αδικημένου. Επίσης, υπάρχει μια σειρά επιχειρημάτων αφορούν οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη από τη νομιμοποίησή του.

Δεν θα μπω εδώ στις ιατρικές λεπτομέρειες και τις επιστημονικές ενδείξεις για την ουσία γιατί τις θεωρώ δευτερεύουσες. Θεωρώ δευτερεύοντα λόγο για τον νομικό περιορισμό του χασίς την επικινδυνότητα για την υγεία παρόλο που δεν ισχύει ότι είναι ασφαλής και λοιπά εξωραϊστικά. Έχει επανειλημμένα συνδεθεί με διάφορες πρωτογενείς (που αφορούν άμεσα την υγεία του χρήστη) και δευτερογενείς (που αφορούν κοινωνικές, οικονομικές και άλλες) βλάβες. Κάποιες από αυτές όντως αφορούν περισσότερο το στιγματισμό των χρηστών και όχι την ουσία, πράγμα που δεν επιλύεται με τη νομιμοποίηση της εμπορίας όμως σε καμία περίπτωση.

Σε όλες τις περιπτώσεις λιγότερο ή περισσότερο τακτικής χρήσεις, σε κοινωνικές περιστάσεις ή όχι χρησιμοποιείται για να «ξεφύγουμε». Το ίδιο και το ποτό. Το ίδιο και μια σειρά άλλων πραγμάτων (σκεφτείτε την «κατανάλωση» ολόκληρων σεζόν από σειρές που κατεβάζουμε). Εάν δεν είστε ρεμπέτης πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία ή Τζαμαϊκανός μετανάστης δεν ανήκει στην κουλτούρα σας. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσει κανείς μια παράνομη ουσία για να χαλαρώσει ενώ υπάρχουν τόσες νόμιμες; Γιατί πρέπει να νομιμοποιηθεί μία ακόμα; Όπως σε όλες τις ουσίες η μανιώδεις κατανάλωση δημιουργεί εξάρτηση και προβλήματα υγείας.

Η σωματική εξάρτηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη οπότε δεν μας αφορά. Η ψυχολογική όμως εξάρτηση είναι το πιο σημαντικό ζήτημα. Οι εξαρτημένοι δεν βασανίζονται τόσο να απεξαρτηθούν σωματικά, αυτό συμβαίνει σχετικά σύντομα σε όλες τις ουσίες. Η ψυχολογική εξάρτηση είναι που δεν αποβάλλεται εύκολα. Άρα λέω ότι θα σκεφτούμε το θέμα στο επίπεδο της ψυχολογικής εξάρτησης και στο επίπεδο της χρήσης για την απόσπαση της προσοχής από τα προβλήματα, για τη διασκέδαση κλπ.

Η Αριστερά που έχει σαν στόχο τη χειραφέτηση του ανθρώπου και την άρση κάθε εκμετάλλευσης πρέπει να ανησυχεί για ένα και μόνο πράγμα, την απελευθέρωση των επιλογών. Σκεφτόμενοι ευθύγραμμα εδώ θα λέγαμε ότι για αυτό πρέπει να απελευθερώσει το χασίς. Έτσι, αντιμετωπίζουμε το να «την πίνουμε» ως μια επιλογή. Αυτή η σκέψη είναι πολύ ρηχή όμως. Σύμφωνα με αυτά που έχω πει ως εδώ, το χασίς δεν απελευθερώνει καμιά επιλογή, το αντίθετο. Εκτός από ένα προνομιούχο κομμάτι της κοινωνίας που υποστηρίζει την απελευθέρωσή του, χρησιμοποιείται από ανθρώπους που δεν έχουν άλλο τρόπο να αντιμετωπίσουν την κατάστασή τους, η οποία τους προκαλεί τεράστια δυσφορία. Αναφέρομαι εδώ σε κοινωνικές ομάδες όπως οι άνεργοι, τα άτομα με ψυχικές δυσκολίες κ.α. Αυτοί θα πρέπει να μας απασχολήσουν ιδιαιτέρως αφού το χρησιμοποιούν για ανακούφιση από επείγοντα προβλήματα.

Για την απελευθέρωση των επιλογών όλων και όχι μόνο των προνομιούχων χρειάζεται, όχι απλά ενημέρωση, αλλά κοινωνική αλλαγή (δεν μένω σε αυτό γιατί παραμένει επίκληση σε μια άλλη ζωή) και κυρίως ριζική αλλαγή του συστήματος «ψυχικής υγείας». Επιλογές σημαίνει ότι ξέρω ανά πάσα στιγμή ότι ο δήμος ή ο φορέας της πίστης μου ή το σχολείο ή η γειτονιά έχουν μια ανοιχτή δομή στην οποία μπορώ να απευθυνθώ, τουλάχιστον για να βάλω τα πράγματα σε μία σειρά. Επιλογές σημαίνει ότι δεν με δένουν και δεν με καταστέλλουν χημικά μόλις αναφέρω ότι ακούω φωνές. Εάν δεν κάνω λάθος κίνημα για την ψυχο-κοινωνική εκπαίδευση και θεραπεία δεν υπάρχει.

Στο πλαίσιο των διεκδικήσεων της Αριστεράς, δεν διανοούμαι σχολείο που δεν αφιερώνει χρόνο να δώσει στους μαθητές τις λέξεις για να περιγράφουν πως αισθάνονται. Εκπαιδεύοντας τους εκπαιδευτικούς σε αυτό. Δεν διανοούμαι κοινότητα ή δήμο που δεν έχει εθελοντική υπηρεσία συντονιζόμενη από την κοινωνική υπηρεσία για τη διασύνδεση των πολιτών που έχουν ανάγκη με άλλους που έχουν την εμπειρία να τους βοηθήσουν. Δεν διανοούμαι ψυχιατρική που η μόνη επιλογή που ξέρει είναι το φάρμακο, μια ψυχιατρική που απασχολείται με το σύμπτωμα και για θεραπεία ούτε λόγος. Και μπορώ να συνεχίσω για πολύ ακόμα.

Έχουμε εξαιρετικά μεγάλη εξειδίκευση στις θεραπευτικές χρήσεις της κάνναβης και πολύ μικρή στη δημοκρατική ψυχο-κοινωνική εκπαίδευση. Σκέφτεστε ότι το ένα δεν αποκλείει το άλλο; Είναι υποκρισία να το λέμε αυτό σε ένα κόσμο που οι «επενδυτές» είναι έτοιμοι να αξιοποιήσουν τα πάντα και για την παιδεία και την πρόληψη δεν υπάρχει μία. Για αυτό το λόγο είναι αντικρουόμενα. Θα είναι πολύ εύκολο να πουληθεί και να φορολογηθεί η κάνναβη. Και είναι πολύ βολικό να ξεχνάμε ότι με την απελευθέρωση της κάνναβης ανοίγουμε ένα νέο πεδίο εμπορευματοποίησης της ανθρώπινης δραστηριότητας ενώ για τα υπόλοιπα δεν έχουμε κουνήσει το μικρό μας δαχτυλάκι. Επείγει η πρόσβαση στο χασίς ή η πρόσβαση στην ενημέρωση, την εκπαίδευση και τη θεραπεία.

Για το ζήτημα της παρέμβασης του κράτους στο σώμα μας. Ειδικά μετά τις τεράστιες εκστρατείες για τη διακοπή του καπνίσματος είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι δεν συμφωνούμε με τους κρατικούς περιορισμούς στο σώμα και την υγεία, την οποιαδήποτε καταστολή των επιλογών ακόμα και «για το καλό μας». Η χρήση είναι επιλογή του ατόμου. Αυτός είναι ο λόγος που υποστηρίζουμε την αποποινικοποίηση της χρήσης καθώς και κάθε αδικήματος γύρω από αυτή. Υπάρχει ένα σημείο όμως που μπαίνει το ζήτημα της προστασίας. Ένα σημείο που ένα αριστερό κράτος, μία προοδευτική νομοθεσία πρέπει να λέει: «Δεν είμαι εδώ για να διευκολύνω την καταστροφή». Σκεφτείτε μια ακραία περίπτωση. Κάποιος λέει ότι θέλει να αυτοκτονήσει, του το επιτρέπετε; Παρόλο που ακόμα και αυτό συζητιέται ανάλογα την περίπτωση, το βασικό κριτήριο είναι εάν έχει άλλες επιλογές, εάν είναι ενήμερος των άλλων επιλογών πριν βάλει τέλος στη ζωή του. Στο μακροπεδίο των ναρκωτικών έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε για να πούμε ότι είμαστε ενήμεροι των άλλων επιλογών και να απελευθερώσουμε τη χρήση όχι μόνο της κάνναβης αλλά όλων των ναρκωτικών.

Άλλο ένα σημείο είναι το ζήτημα της επιθυμίας. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκες και έχουν και επιθυμίες. Σε αντίθεση με τις ανάγκες, οι επιθυμίες είναι δυσπρόσιτο ζήτημα για την Αριστερά παρόλη την τεράστια σημασία του. Στο θέμα μας, η επιθυμία της χρήσης είναι μια ατομική επιθυμία ή μια επιθυμία που εξατομικεύει. Ακόμα και αν αισθάνεσαι ότι σε ενώνει με ανθρώπους της ίδιας κουλτούρας ή τους φίλους σου, σε ενώνει στη βάση της απόσυρσης από τα προβλήματα και της απόσπασης. Η Αριστερά φαίνεται ότι ο μόνος τρόπος που βρήκε ως τώρα να συλλογικοποιεί επιθυμίες είναι να τις νομιμοποιεί. Πρέπει να επιμείνουμε, πρώτον, στις συλλογικές και συλλογικοποιητικές επιθυμίες και, δεύτερον, σε νέους τρόπους συλλογικοποίησης, σε νέες ταυτότητες.

Για να κλείσω, θέλω να πω ότι από την πλευρά του υπάρχοντος κινήματος θα ήταν κατά τη γνώμη μου πιο ειλικρινές να μιλήσει για την επιθυμία. Η επιθυμία είναι δίκαιη όπως και η ανάγκη. Τα υπόλοιπα επιχειρήματα ξεχνάνε την οικονομικό-πολιτική συγκυρία. Σε αυτή τη βάση σκέφτομαι ότι δεν έχω τίποτα ενάντια στο κίνημα στην αποποινικοποίηση γενικά, αλλά ειδικά με την Αριστερά και το θέμα αυτό για τους λόγους που εξήγησα.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Ο μπάφος, η Αγία Βαρβάρα και άλλα μαγικά φίλτρα.

legalise

Έχω την αμυδράν υποψίαν ότι η “κάνναβη” (γίναμε και πολίτικλι κορέκτ,  ο μπάφος, ρε παιδί μου) και η Αγία Βαρβάρα είναι της ίδιας συνομοταξίας πραγματάκια.

Βρεθήκαμε να ακούμε ότι (επειδή είναι και μορφωμένοι αυτοί που τα γράφουν αυτά) “έχει βρεθεί ότι η κάνναβη έχει θεραπευτική δράση” και για το AIDS και για τον καρκίνο και δεν ξέρω και γιατί άλλο. “Πέρα από τα θεραπευτικά οφέλη, θα οδηγούσε σε αύξηση των δημοσίων εσόδων, σε δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και σε αύξηση του τουρισμού.” Δεν θα μπω στις λεπτομέρειες του τι ισχύει, σε ποιο βαθμό και τι όχι. Σημασία έχει εδώ ότι- όπως και όλα τα μαγικά- ο μπάφος και η Αγ. Βαρβάρα τιμωρούν και τους κακούς και φέρνουν και την ευτυχία στους καλούς μάλλον. Τι μάλλον; Σίγουρα.

Σε μια κοινωνία που πουλάει και αγοράζει τα πάντα, πωλείται και το μαγικό φίλτρο που θεραπεύει τα πάντα. Η Αγία Βαρβάρα ανήκει σε μια επιχείρηση υπερ-αιωνόβια, την εκκλησία, για αυτό και οι γιαγιάδες, αυτή ξέρουν, αυτή εμπιστεύονται. Ο μπάφος είναι το νέο συναρπαστικό πεδίο. Θεραπεύει, δεν είναι επιβλαβές και συμφέρει και οικονομικά τη χώρα. Είναι σαν το Αριέλ στη διαφήμιση με την ξεκούραστη, χαρωπή νοικοκυρά. Καθαρίζει τα πάντα και συμφέρει. Τέλειο! Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα σε όλο αυτό.

Η άποψή μου δεν είναι ότι πρέπει να μείνει σε περιορισμό η κάνναβη, η μαριχουάνα, ο μπάφος, το μαύρο γιατί είναι επικίνδυνα. Η άποψή μου είναι ότι στη συγκεκριμένη κατάσταση (ιστορική, οικονομική και πολιτισμική), έχει την ευκαιρία να τσακιστεί οικονομικά και ψυχικά η πλειονότητα των ανθρώπων. Την ευκαιρία για θεραπεία και γνώση, όμως, την έχει μια μειονότητα προνομιούχων. Τη γνώση την έχουν λίγοι, εκλεκτοί και ειδικοί. Την θεραπεία επίσης. Άσχετα με το αν υπάρχει τεράστια ποσότητα γνώσης, θεραπειών και επιλογών εκεί έξω, πρόσβαση σε όλα αυτά έχει ένας εξαιρετικά μικρός αριθμός ανθρώπων. Το να απελευθερώσουμε μια ουσία, δεν είναι λύση σε τίποτα. Μπορεί βέβαια να είναι οικονομική λύση για κάποια πράγματα, αλλά αυτό πρέπει να απασχολήσει κάποιον καπιταλιστή οικονομολόγο, όχι εμένα. Η ελεύθερη πρόσβαση στο χασίς δεν είναι και πολύ επείγουσα δηλαδή. Η πρόσβαση στη γνώση όμως…

Να διευκρινίσω τι εννοώ όταν λέω γνώση. Δεν εννοώ κάποιου είδος κατηχητικό. “Τι κακά που είναι τα ναρκωτικά” κλπ. Αυτά τα αφήνω γα την Αγία Βαρβάρα με τους διαβόλους της. Δεν εννοώ ούτε διαφωτιστική καθοδήγηση πάνω στους μηχανισμούς δράσης των κανναβινοειδών και τις πρωτεύουσες και δευτερεύουσες βιολογικές και ψυχο-κοινωνικές βλάβες. Αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα σε κάποιο άλλο επίπεδο.

Γνώση είναι η επίγνωση των επιλογών. Δεν θα είχε αντίρρηση κανένας λογικός, προοδευτικός άνθρωπος να είναι εντελώς ελεύθερη η καλλιέργεια της κάνναβης, σε ένα κόσμο που τα παιδιά θα μάθαιναν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους σε ένα δημοκρατικό κοινωνικό θεσμό στον οποίο θα μάθαιναν και να διαβάζουν, να γράφουν και να μετράνε παράλληλα. Δεν θα είχα αντίρρηση, σε ένα κόσμο που είσαι μόνος όταν το επιλέγεις και δεν υπάρχει περίπτωση να πεινάσεις. Σε ένα κόσμο που έστω, αν όχι όλα τα προηγούμενα, ξέρεις ότι μπορείς να έχεις άμεσα και εύκολα πρόσβαση σε υποστήριξη όποτε το χρειάζεσαι. Σε ένα κόσμο που έχεις διάφορες επιλογές όταν υπερφορτώνεις από ματαίωση και απογοήτευση και θες και αυτή την επιλογή ανοιχτή. Αυτό ονομάζω εγώ γνώση και ενημέρωση. Και αυτό δεν υπάρχει, όπως θα έχετε παρατηρήσει.

Ένα άλλο επαναλαμβανόμενο θέμα της επιχειρηματολογίας είναι το γνωστό: “Η κάνναβη δεν είναι επικίνδυνη”. Είναι. Δεν είναι ο διάολος μεταμορφωμένος. Δεν επιφέρει άμεσο θάνατο, ούτε οδηγεί ντε και καλά στην εξάρτηση από την ηρωίνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ακίνδυνη. Τίποτα δεν είναι ακίνδυνο όταν εξωθείσαι σε αυτό από τα αδιέξοδα.

Επίσης δεν είμαι υπέρ της απαγόρευσης της ηρωίνης επειδή είναι θανατηφόρα. Είμαι υπέρ της απαγόρευσης της ηρωίνης γιατί χρησιμοποιείται για την χωρίς όριο και αντίσταση εκμετάλλευση ανθρώπων. Είναι, όπως και η κάνναβη, ένα βρώμικο πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης. Είναι σχεδόν όλα τα πράγματα που εμπορευματοποιούνται βρώμικα πεδία εκμετάλλευσης; Ναι. Δεν είναι όλα απαγορευμένα. Ναι. Αλλά δεν καθαρίζουν κιόλας με κρατικούς κανόνες και νόμιμο εμπόριο.

Εδώ πρέπει να εξηγήσω εάν είμαι υπέρ των απαγορεύσεων γενικά. Όχι, το αντίθετο. Ο καταπιεστικός και κατασταλτικός έλεγχος είναι εντελώς εκτός του συστήματος της σκέψης και της κοσμοθεωρίας μου. Για αυτό και υποστηρίζω και εγώ την αποποινικοποίηση της χρήσης όλων των ουσιών. Της χρήσης όμως. Μόνο. Η νομιμοποίηση της πώλησης, καλλιέργειας κλπ δηλαδή η διεύρυνση του εμπορικού και φορολογικού πεδίου δεν με απασχολεί διόλου όπως είπα. Το αντίθετο, με απασχολεί ο περιορισμός και ο κατασταλτικός έλεγχος της εμπορευματοποίησης.

Εντός αυτού του πλαισίου, δεν θα αγωνιζόμουν ποτέ για τη νομιμοποίηση ενός μαγικού φίλτρου που ξαφνικά βρέθηκε να θεραπεύει (ή αν είστε από την πλευρά της Αγίας Βαρβάρας να καταστρέφει) τα πάντα. Δεν με ενοχλούν και όσοι το κάνουν.

Έχω μια σημαντική αντίρρηση όμως. Το βρίσκω απίστευτα υποκριτικό από την πλευρά ενός κινήματος ενάντια σε μια απαγόρευση να μην έχει το θάρρος να βάλει σα σύνθημα την επιθυμία. “Θέλουμε να την πίνουμε.” Τελεία και παύλα. Δεν υπάρχουν λογικά επιχειρήματα εδώ. “Άλλοι καπνίζουν, άλλοι τρώνε γλυκά, άλλοι πίνουν ούζα. Εμείς θέλουμε να την πίνουμε. Άστε μας ήσυχους.” Οκ. Δεκτό. Σεβαστό. Αλλά ας αφήσουμε στην άκρη τη μπούρδα της θεραπείας, της δήθεν διανόησης, της κουλτούρας και της οικονομικά επωφελούς λύσης. Έλεος με την Αγία Βαρβάρα και τα μαγικά φίλτρα δηλαδή.

Και τέλος, αναγνωρίστε μας και το δικαίωμα στην απογοήτευση, που δεν θέλετε με την ίδια μανία και την ίδια γιορτή (ενός αντιαπαγορευτικού φεστιβάλ) να αγωνιστείτε είτε για τη γνώση και την απελευθέρωση των επιλογών, είτε για τη συλλογική επιθυμία.

Posted in Uncategorized | Leave a comment

Eduardo Galeano

galeano galeano

Ο Γκαλεάνο πέθανε. Και τώρα έχω μια αίσθηση ότι δεν προλάβαμε να τον γνωρίσουμε. Και δεν προλάβαμε να τον γνωρίσουμε και στους άλλους. Στους μισούς με τα ιστορικό-δημοσιογραφικά και στους άλλους με τα παραμυθο-ποιητικά και σε όλους με την αλήθεια. Εντελώς προσηλυτιστικά. Να τους πούμε, παιδιά, από δω ο Εδουάρδο, γεια χαρά!

Ο Γκαλεάνο είναι ένας άνθρωπος πέρασμα. Ουρουγουανός που έζησε στην Αργεντινή και ύστερα στην Ισπανία, πέρασε από το μικρό λατινοαμερικάνικο στον μεγάλο λατινοαμερικάνικο και ύστερα τον ισπανο-ευρωπαϊκό πολιτισμό. Και χαρισματικός γραφέας όπως ήταν, έγινε και συγγραφέας, αληθινά. Μας πέρασε σε άλλους κόσμους υπερατλαντικούς, αληθινούς, φανταστικούς, νέους, παλιούς, ξένους και πολύ παραδοσιακούς. Ανοίκειους και οικείους, όλους δικούς. Όλους τους κόσμους που πέρασα μαζί του θα τους θυμάμαι, την “απηχθείσα μνήμη” την πήραμε πίσω.

Posted in FYI | Tagged , | Leave a comment

Το bullying, η ελληνική κοινωνία και η κριτική. (Διαβάστε αν πιστεύετε κι εσείς ότι η ελληνική κοινωνία είναι σάπια.)

bullyingBullying

Η λέξη σήμαινε αρχικά αγαπημένος, αυτός με τον οποίο ή την οποία είναι κάποιος ερωτευμένος. Έχει κάποια ετυμολογική συγγένεια με τη λέξη αδερφός ή boel των ολλανδικών. Από εκεί το νόημα άλλαξε σιγά σιγά σε “φανφάρας” ή σε “εκείνον που παρενοχλεί τους πιο αδύναμους. Η πρώτη αναφορά της λέξης bully με την σημερινή της σημασία είναι το 1804 (κατ’ άλλους 1780) στο The Naval Chronicle, Volume 11 γραμμένο από τους James Stanier Clarke και Stephen Jones. Κατά τη Wikipedia, το ρήμα που αποδίδεται στην ελληνική ως εκφοβίζω, το bully, συναντάται πρώτη φορά το 1710.

Από τότε το bullying ως λόγος θανάτου ή σοβαρής σωματικής βλάβης εμφανιζόταν συχνά σε άρθρα στις αγγλικές και τις αμερικάνικες εφημερίδες (σίγουρα και άλλων χωρών, αλλά αναφέρομαι μόνο σε ότι έχω επιβεβαιώσει). Έτσι, τη δεκαετία του 1970 ο Dan Olweus έκανε την πρώτη συστηματική μελέτη για το θέμα και δημιούργησε το πρώτο πρόγραμμα συστηματικής παρέμβασης που κατέληξε στο βιβλίο Aggression in the Schools: Bullies and Whipping Boys (1978). Αυτή είναι μια μελέτη που όρισε και καθόρισε το πεδίο του σχολικού εκφοβισμού.

Η επιστήμη, για όσους από εμάς δεν την αντιμετωπίζουμε ως θεολογία, λειτούργησε στην συγκεκριμένη περίπτωση όπως θα περιγράψω παρακάτω. Ένα φαινόμενο που υπήρχε πολλούς αιώνες άρχισε να μελετάται συστηματικά και μάλιστα διαμορφώνοντας και προγράμματα παρέμβασης για να το εξαλείψει ως φαινόμενο. Κυβερνήσεις (Σκανδιναβικών χωρών-με ότι σημαίνει αυτό για το τότε κοινωνικό τους κράτος), πανεπιστήμια και μια σειρά οργανισμοί δραστηριοποιούνται γύρω από το ζήτημα, άλλοι ιδρύονται και λοιπά. Ένα ζήτημα που αφορά ένα αυθόρμητο κοινωνικό φαινόμενο συγκροτεί μια μερική οικονομική, ακαδημαϊκή, πολιτική και κοινωνική κοινότητα που ασχολείται με αυτό, ζει απ’ αυτό, το μελετά και παράγει νέα “προϊόντα”. Λίγο πιο ειδικούς ειδικούς, ασθενείς, παρενοχλμένους, δημοσιογράφους και άλλους με λίγο πιο διαφορετική αντίληψη για το θέμα. Κυρίως έχοντας στο νου μια νέα οντότητα, το bullying.

Δεν υποστηρίζω ότι δεν πρέπει να μελετάμε τα κοινωνικά φαινόμενα ή ότι δεν έχει αξία να προσπαθούμε να τα επιλύσουμε με συστηματικό “επιστημονικό” τρόπο. Οι νέοι επιστημονικοί όροι, όμως όταν δεν αποκαλύπτουν μια- αόρατη προηγουμένως αλλά- υπαρκτή πλευρά, ενός φαινομένου είναι ύποπτοι. Είναι πέραν των δυνατοτήτων αυτού του άρθρου να το εξετάσει το αν η συστηματική μελέτη του bullying το 1970 στις σκανδιναβικές χώρες ανταποκρινόταν σε μια κοινωνική ανάγκη. Αυτό θα παραμείνει ερώτημα, πάντως, σίγουρα, μου φαίνεται προφανές ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει ανάγκη να εισάγει έναν όρο για να μελετήσει τα φαινόμενα της βίας και του εκφοβισμού. Δεν είναι αρκετός λόγος το ότι έχουμε ξενο-σπουδαγμένους καθηγητές πανεπιστημίου και ερευνητές που έμαθαν για αυτό στο εξωτερικό. Δυστυχώς, αυτό έτεινε να συμβεί στη χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία. Χωρίς στοιχεία, άρχισαν να μεταφράζονται και να διδάσκονται στο πανεπιστήμιο ξένα συγγράμματα για τον “Σχολικό εκφοβισμό”.

Η βία ως κοινωνικό φαινόμενο πρέπει να μελετηθεί εντός του ιστορικού και πολιτισμικού πλαισίου στο οποίο γεννιέται για να αποκαλυφθούν οι πλευρές που την παράγουν και κυρίως για να εφευρεθούν προγράμματα για την εξάλειψή της. Σαφώς, πρέπει να τονιστεί εδώ ότι ο καπιταλισμός και -βασικά- η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι η κύρια γενεσιουργός αιτία της. Δεν είναι δυνατόν να απεκδυθούμε της παρέμβασης/ πράξης πρόληψης και καταπολέμησής της στο παρόν όμως.

Αυτά για το bullying και επιφυλάσσομαι για περισσότερα.

Η τραγική κατάληξη της αναζήτησης του Βαγγέλη Γιακουμάκη είχε ως αποτέλεσμα να γεμίσει η εικονική κοινότητα του διαδικτύου με στάτους, ποστ και άρθρα που λιγότερο ή περισσότερο ζητάνε να μισήσουμε και να στείλουμε συνολικά την ελληνική κοινωνία στο πυρ το εξώτερο. Ο εκάστοτε γράφων αισθάνεται τόσο πολύ προοδευτικός, βαθύς γνώστης, αναλυτής και ριζοσπάστης που ήρθε ως μεσσίας να διακηρύξει πόσο υποκριτική, φοβική, οπισθοδρομική, ρατσιστική, πατριαρχική και 100 άλλους παλιούς όρους, είναι αυτή η κοινωνία. Όπως έγραψε κάποιος (σωστά), κυρίως για να μας πει πόσο ξεχωρίζει ο ίδιος.

Δεν υποστηρίζω εδώ ότι η ελληνική κοινωνία είναι ένα μικρό, τέλειο διαμάντι αλλά υποστηρίζω ότι αυτού του είδους η κριτική είναι ένας εμετός αρνητικών συναισθημάτων χωρίς σκέψη. Είμαι σχεδόν έτοιμη να τηρήσω πολιτική ίσων αποστάσεων ανάμεσα στο μίσος και τη βία των βασανιστών του Γιακουμάκη και τη βία εκείνου του παιδιού που είδαμε ένα βράδυ σε ένα μπαρ να ρωτάει έναν άλλο αν είναι Συριζαίος επειδή δεν έβγαινε έξω να πλακωθούνε στο ξύλο και μετά να χορεύει Χάσμα σαν τρελός. (σημ. αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν κατ’ όνομα φασίστας ή μέλος της Χρυσής Αυγής, αλλά θεωρούσε τον άλλο φλώρο- Συριζαίο που δεν έβγαινε έξω να παίξουνε μπουνιές).

Τέλος, γέμισε το ίντερνετ και με πολύ αληθινές, συναισθηματικές, τρυφερές και εξαγριωμένες αναρτήσεις χωρίς μεγάλες αναλύσεις για το θέμα. Αυτές δεν τις συμπεριλαμβάνω στα πιο πάνω. Μου θυμίζουν ότι πρέπει να πω ρητά πόσο τα πήρα με τον αφ’υψηλού εξυπναρά που για άλλη μια φορά απέδειξε ότι “δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα για τον κόσμο στον οποίο ζει”, θεωρητικοποίησε και καθάρισε.

Posted in FYI, penny for a thought | Tagged , , | Leave a comment

Αφεθείτε να σας γραπώσουν απο το πιο ευαίσθητο και κεντρικό του μέσα σας.

“Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.”

Ζοζέ Σαραμαγκού

amor-01

Έρχεται μια στιγμή που λες δεν πάει άλλο, αυτό ήταν, τέλειωσα, δεν αντέχω. Πολέμα, σου λένε οι άλλοι, αλλά τι να πολεμήσεις; Προς τα που;

Μπιτζάμες και κλειστά μπατζούρια, βιβλία ή σειρές στον υπολογιστή και οι υποχρεώσεις να τρέχουν. Όλα αυτά που θα πρεπε να κάνεις, τα αδιανόητα, να σε κυνηγάνε με αργόσυρτο, ανεξήγητο τρόπο, να σε δένουν κάτω.

Και οι άλλοι πουλάνε, σκοτώνουν, πνίγουν, ταπεινώνουν μια ολόκληρη χώρα. Σαξές στόρυ.

Και οι άλλοι ελπίζουν ότι κάποιος έρχεται να τους σώσει, “δεν μπορεί κάτι θα αλλάξει…” Μέχρι τότε, κάτι θα ‘χει γίνει, δεν μπορεί.

Κι όμως, δεν θα γίνει τίποτα, ούτε θα αλλάξει. Στροβιλιζόμαστε σε ένα ατέλειωτο χορό που μας ματώνει και μας εξουθενώνει, ιεροτελεστία πολιτισμικού ιδεοψυχαναγκασμού, λες και θα μας απαλλάξει κάνας θεός ή κάνας προφήτης.

Υπάρχει όμως κάτι ανείπωτο που μπορεί να μας απελευθερώσει. Κάτι που ‘ρχεται πριν την απεργία, πριν τον αγώνα, πριν βρεις το κουράγιο να αντέξεις τη συλλογικότητα, τους άλλους. Υπάρχει κάτι που ξυπνά την Επιθυμία. Δεν υπάρχουν λέξεις για να περιγραφτεί. Και οι πιο παθιασμένες περιγραφές είναι σαν αδιάφοροι περαστικοί. Υπάρχει ένας τρόπος να το αναγνωρίσετε μέσα σας, να το ακουμπήσετε για λίγο.

Πηγαίνετε να “δείτε” το Αμόρ. Πηγαίνετε στο Θέατρο και αφεθείτε να σας γραπώσουν απο το πιο ευαίσθητο και κεντρικό του μέσα σας.

Πηγαίνετε στο Αμόρ, έτοιμοι να κλάψετε τον κόσμο μας, για να ανανήψει το λίγο του καινούριου κόσμου που κουβαλάμε όλοι.

http://www.elculture.gr/blog/amor-attis/

Γραμμένο πριν τη μετακόμιση.

Posted in από τη συλλογή | 3 Comments